Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκατούλλιακα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

παραδοσιακό κυπριακό παιχνίδι με πέτρες.

Συνώνυμα:

Σκατούλλικα (τα)