Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌εγκιούμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τζ̌εγκιολοούμαι (υποφέρω από πόνους, πονώ υπερβολικά).

Συνώνυμα:

Τζ̌εντολοούμαι