Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Πατσ̌όγερος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. άντρας μεγάλης ηλικίας, σε κακή διανοητική και φυσική κατάσταση. 2. μτφ. ο ηλικιωμένος που δεν συμβαδίζει με την ηλικία του.
Συνώνυμα:
Πατσ̌όερος (ο)