Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πατσ̌όγερος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. άντρας μεγάλης ηλικίας, σε κακή διανοητική και φυσική κατάσταση. 2. μτφ. ο ηλικιωμένος που δεν συμβαδίζει με την ηλικία του.

Συνώνυμα:

Πατσ̌όερος (ο)