Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πεεντώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. πεεντίζω (1. τρέφω εκτίμηση. 2. εκφράζω τη συμφωνία μου με κάτι που το θεωρώ σωστό).

Συνώνυμα:

Πεϊντίζω