Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πουνάτσα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πονάτσα (1. η μπουνάτσα, η έλλειψη τρικυμίας. 2. η άπνοια).