Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκλαβούνος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σκλαβούνικον (το επανωφόρι, χειμωνιάτικο ρούχο που φοριέται πάνω από τα άλλα ρούχα).