Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκλερυνίσκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. σκλερανίσκω (1. σκληραίνω. 2. μτφ. σιτεύω, πλησιάζω στα γηρατειά).