Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκληρκά (η) »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. σκλερκά (1. η οξεία και διαπεραστική κραυγή. 2. η κακή καιρική κατάσταση. 3. η γριά).