Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκορσαρίσκουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

πιέζομαι πολύ, εργάζομαι υπό πίεση.

Συνώνυμα:

Σκορσάρουμαι, Σκορτσαρίσκουμαι