Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌ερουλλάς (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τζ̌ερκοπούλης (1. ο κηροπώλης. 2. ο κηροπλάστης).

Συνώνυμα:

Τζ̌εροπούλης, -ισσα