Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌εφαλάς (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κκέλλα (1. ο χοντροκέφαλος. 2. μτφ. ο αμετάπειστος).

Συνώνυμα:

Κκελλετζ̌ής, -ίνα, Τζ̌εφάλας (ο)