Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌ιρρίττιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τζ̌ερρίττιν (1. είδος κοντού δόρατος. 2. το ίσιο, το ευθύ. 3. μτφ. το γρήγορο).