Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌ιτρινιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο κιτρινιάρης, ο κίτρινος. 2. ο αναιμικός. 3. ο ώχρινος. 4. μτφ. ο χαιρέκακος.

Συνώνυμα:

Τζ̌ίτρινος, -η, -ον