Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Πεϊκλώννω »
Ρήμα
Σημασία:
βλ. πεδικλώννω (1. ακινητοποιώ με πέδικλο. 2. κάνω κάποιον να σκοντάψει και να πέσει. μτφ. α) μπερδεύω. β) μπουρδουκλώνω).