Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πενηντάριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. τα πενήντα δράμια. 2. το πενηντάδραχμο, κέρμα ή χαρτονόμισμα αξίας πενήντα ελληνικών δραχμών. 3. βλ. δρέμιν (το δράμι).