Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Πουρκούριν (το) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
βλ. πνιγούριν (το πλιγούρι).
Πρόκειται για βρασμένο και αποξηραμένο σιτάρι
Ετυμολογία:
Προέρχεται από την αραβική λέξη bulgur - burgul ή την περσική barġul - burġul. Ίσως και την λατινική purgo [καθαίρω, λόγω της ιδιότητάς του].