Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποφυσητός (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. ποφιτιστός (η αθόρυβη πορδή).

Συνώνυμα:

Ππουφφουριστός (ο)