Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποχάννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ποχάζω (1. αποθερμαίνομαι. 2. ξεσπώ. 3. διαχωρίζω υγρά και αέρια).