Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκουτέλλιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σκουτέλλα (η τσανάκα, το μεγάλο και βαθύ σκεύος, πήλινο ή ξύλινο, που το χρησιμοποιούσαν στο σερβίρισμα του φαγητού).