Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌οιλιόπονος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τζ̌οιλιοπόνημαν (ο πόνος στην κοιλιά).

Συνώνυμα:

Τζ̌οιλόπονος (ο)