Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌οιμίστρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο χώρος που κοιμάται κάποιος.

Συνώνυμα:

Τζ̌οίμιστρον, Τζ̌οιμίστρωμαν (το)