Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌ούλλα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κοτολέττα (η κοτολέτα, ψητό ή τηγανητό πλευρό αρνιού, κατσικιού ή χοίρου).

Συνώνυμα:

Πριζόλα (η)