Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌υδωνόπαστον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τζ̌υδωνάτον (1. αυτό που έχει το σχήμα ή και το μέγεθος κυδωνιού. 2. φαγητό από κρέας και κυδώνια. 3. γλυκό από κυδώνια).