Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τζ̌υνόδοντας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. Σσ̌υλλόδοντας (ο σκυλόδοντας, ο κυνόδοντας).

Συνώνυμα:

Τζ̌υνοδόντιν (το)