Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Περιβάρηση (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. περιβάρεση (η ενόχληση που προκαλεί κάποιος σε άλλον με μια επίσκεψη σε αυτόν).