Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πέρκι »

Επίρρημα

Σημασία:

βλ. κκέσκι (μακάρι).

Συνώνυμα:

Κκέσκιμον, Κκέσκιμου, Πέρκιμον, Πέρκιμου