Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ππηδκιέται »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. αππηδκιέται (=πηδιέται. Λέγεται για τη γυναίκα με πολύ έντονη σεξουαλική ζωή).