Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σπαγιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. σπαγιάζουμαι (1. χάνω τις ελπίδες μου. 2. σφάζομαι. 3. ξαφνιάζομαι. 4. λαχταρώ ερωτικά).