Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πετσίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πετσ̌ιά (το φυσικό, εξωτερικό περίβλημα του σώματος ανθρώπων και ζώων, το δέρμα).