Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πέτσωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. επένδυση με δέρμα. 2. δημιουργώ κρούστα. 3. μτφ. η απόχτηση ένδυσης και υπόδησης.

Συνώνυμα:

Πετσωσ̌ιά (η)