Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σπίριτος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σπίριτον (1. το σπίρτο. 2. το οινόπνευμα. 3. το πυρείο. 4. μτφ. ο ευφυής άνθρωπος).

Συνώνυμα:

Σπίρτον (το)