Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σπιρτολός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σπιρτολόος (ειδική μηχανή για ψήσιμο καφέδων με οινόπνευμα).