Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τουμανιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τουμανατίζω (1. φλομώνω (γεμίζω το χώρομε καπνό). 2. αφαιρώ την καπνιά).