Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τούρσες (οι) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

οι τριάρες, το να φέρουν και τα δυο ζάρια το τρία.

Συνώνυμα:

Τρούσ̌ες (οι)