Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τουσ̌ουντισμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

ο συλλογισμένος, ο σκεφτικός.

Συνώνυμα:

Τσουντισμένος, -η, -ον