Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τραβώ »

Ρήμα

Σημασία:

1. βλ. ταβρώ (1. τραβώ. 2. ελκύω. 3. αλλάζω πορεία. 4. πονώ. 5. σέρνω). 2. βλ. τραβολοώ (1. τραβώ κάποιον ή κάτι επίμονα και ενοχλητικά. 3. μτφ. ταλαιπωρώ κάποιον υποβάλλοντάς τον σε συνεχείς μετακινήσεις, συνήθως για την επίλυση υπόθεσης που δύσκολα τακτοποιείται).

Συνώνυμα:

Ταβρώ