Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τρανίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τιρινίζω (1. οξύνω, ακονίζω. 2. παράγω τριγμό, ξερό, έντονο και ενοχλητικό ήχο).

Συνώνυμα:

Τιρινιώ, Τραανίζω, Τραανώ, Τρανιώ, Τρινίζω