Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πιθάρκου »

Επίρρημα

Σημασία:

βλ. πιθαρκού (1. η μεθεπομένη μέρα, μεθαύριο. 2. μτφ. ύστερα).

Συνώνυμα:

Πιθαύριον