Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πίκρης, -ισσα »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. πικράντερος (1. αυτός που λέει συνέχεια κακίες, που δεν έχει ποτέ να πει καλή κουβέντα για τους άλλους, ο πίκρης. 2. ο φιλέκδικος).