Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πρεσ̌αστή (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η βράκα ή το ρούχο που σιδερώθηκε.

Συνώνυμα:

Προσ̌αστή (η)