Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Προλάτης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μπρολάτης (1. ο τράγος ή το κριάρι που προπορεύεται του ποιμνίου, ο μπροστάρης. 2. ο επικεφαλής. 3. ο αρχηγός. 4. ο πρωτοπόρος).