Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Προονός, -ή »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. προγόνιν (ο πρόγονος, παιδί από προηγούμενο γάμο ενός από τους δύο συζύγους σε σχέση με τον νέο σύζυγο).