Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σπουρτίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. σπάζω. 2. εκρήγνυμαι. 3. λιώνω. 4. μτφ. α) κάνω συνέχεια παιδιά. β) λέω τα μυστικά των άλλων.

Συνώνυμα:

Σπουρτώ