Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σταγκώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. βλ. σταγκωβαώννω (κλείνω και κλειδώνω τις πόρτες και τα παράθυρα). 2. καλύπτω το εξώφυλλο.

Συνώνυμα:

Σταγκωρωμανίζω