Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Τρεμούρα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. η τρεμούλα, το τρέμουλο. 2. το ζελέ, το τζελ. 3. η ζελατίνη. 4. η ζαλατίνα, έδεσμα που έφτιαχναν οι νοικοκυρές από το κεφάλι, τα αφτιά, τη γλώσσα, τα μάτια και τις σιαγόνες του χοίρου.
Συνώνυμα:
Τρεμουσ̌ιόν (το), Τζ̌έλλιν (το)