Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τριάππηον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τριάππηδκια (1. το άλμα τριπλούν. 2. τα τρία συνεχόμενα πηδήματα. 3. παιχνιδι της Λαμπρής).