Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τρίκκι τράκκα »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. τράγκα τρούγκου (ήχος από μέταλλα). 2. ο ήχος της "βράκας" όταν σέρνεται σύμφωνα με το ομόνυμο κυπριακό τραγούδι.

Ετυμολογία:

ηχοποίητη

Συνώνυμα:

Τράκκα τρούκκου