Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πισκιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πεσελλίνα (η ζώνη του σαμαριού).

Συνώνυμα:

Πισελλίνα, Πισιλλίνα (η)