Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πιστάτσ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πιστάτζ̌ιν (1. Φιστίκι Αιγίνης. 2. Φιστίκι από την πόλη Χαλέπι στη Συρίας).

Συνώνυμα:

Χαλεπκιανόν (το)