Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Προσυππέφτω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. προππέφτω (1. παρακαλώ κάποιον γονατιστός και ταπεινά. 2. προσβάλλω την προσωπικότητα, την αξιοπρέπειά μου. 3. υποκλίνομαι).

Συνώνυμα:

Προσππέφτω